
Σαφάρι θανάτου στο Σαράγεβο: Πώς η εισαγγελία του Μιλάνου ξανανοίγει μια από τις σκοτεινότερες υποθέσεις του πολέμου της Βοσνίας
Τριάντα χρόνια μετά τη λήξη της μακρύτερης πολιορκίας πρωτεύουσας στη σύγχρονη ιστορία, μια ποινική προδικασία στην Ιταλία επιχειρεί να απαντήσει σε ένα ερώτημα που στοιχειώνει τους επιζώντες: ταξίδευαν πλούσιοι Δυτικοί στη Βοσνία για να σκοτώσουν αμάχους έναντι αμοιβής;
ΑΘΗΝΑ / ΜΙΛΑΝΟ / ΣΑΡΑΓΕΒΟ. Στις 9 Φεβρουαρίου 2026, ένας 80χρονος πρώην οδηγός φορτηγού από το Σαβορνιάνο της επαρχίας Πορντενόνε εμφανίστηκε ενώπιον Ιταλών εισαγγελέων για να απολογηθεί. Το όνομά του είναι Τζουζέπε Βενιαντούτσο. Η κατηγορία που τον βαρύνει δεν είναι τροχαία παράβαση ή φοροδιαφυγή. Είναι ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατ’ εξακολούθηση, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της σκληρότητας και των ταπεινών ελατηρίων — αδίκημα μη παραγραφόμενο, που στο ιταλικό δίκαιο επισύρει ισόβια.
Ο Βενιαντούτσο είναι ο πρώτος ονομαστικά κατονομασθείς ύποπτος σε μια έρευνα που έγινε γνωστή στα ιταλικά μέσα ως cecchini del weekend — οι σκοπευτές του σαββατοκύριακου. Η υπόθεση αφορά ισχυρισμούς ότι, στη διάρκεια της πολιορκίας του Σαράγεβο μεταξύ 1992 και 1996, εύποροι πολίτες δυτικοευρωπαϊκών χωρών — Ιταλοί, αλλά και πιθανώς Γάλλοι, Γερμανοί, Ελβετοί και Βέλγοι — ταξίδευαν σαββατοκύριακο στη Βοσνία και πλήρωναν τον Στρατό της Δημοκρατίας Σέρπσκα (VRS) για να πυροβολούν αμάχους από τις σκοπευτικές θέσεις στους λόφους που περικύκλωναν την πρωτεύουσα.
Δύο διακρίσεις είναι κρίσιμες για την κατανόηση όσων ακολουθούν. Η συστηματική στόχευση αμάχων από σερβικούς σκοπευτές κατά την πολιορκία είναι δικαστικά τεκμηριωμένη μέσω αμετάκλητων αποφάσεων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY). Η ύπαρξη οργανωμένου εμπορικού μηχανισμού «sniper tourism» — δηλαδή ξένων που πλήρωναν για να συμμετάσχουν σε αυτή τη βία — παραμένει αντικείμενο ποινικής διερεύνησης, με ισχυρισμούς αλυσίδας τριάντα ετών αλλά χωρίς ακόμη δικαστική κατάφαση.
Μια μήνυση που κοιμόταν τρεις δεκαετίες
Η έρευνα της Procura di Milano άνοιξε τυπικά μετά από μήνυση 17 σελίδων που, σύμφωνα με τα ιταλικά μέσα, φέρει ημερομηνία 28 Ιανουαρίου 2025 και συντάχθηκε από τον Ιταλό συγγραφέα και δημοσιογράφο Έτσιο Γκαβατσένι. Συνυπογράφων είναι ο πρώην ανακριτής Γκουίντο Σαλβίνι, γνωστός από τις έρευνες σε υποθέσεις ιταλικής μαύρης τρομοκρατίας των δεκαετιών του ’60 και ’70, και ο δικηγόρος Νικόλα Μπρίτζιντα.
Επικεφαλής της εισαγγελικής έρευνας είναι ο Αλεσάντρο Γκόμπις, ειδικός σε αντιτρομοκρατικές υποθέσεις, υπό την εποπτεία του προϊσταμένου εισαγγελέα Μαρτσέλο Βιόλα. Η έρευνα διεξάγεται με τη συνδρομή του ROS των Καραμπινιέρων και έχει ζητήσει πρόσβαση σε αρχεία της παλαιάς ιταλικής υπηρεσίας πληροφοριών SISMI, καθώς και των βοσνιακών στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών.
Ο Βενιαντούτσο, δια του δικηγόρου του, αρνείται πλήρως τις κατηγορίες. Στις 4 Φεβρουαρίου 2026, οι αρχές πραγματοποίησαν έρευνα στην οικία του και βρήκαν επτά νομίμως κατεχόμενα όπλα: δύο πιστόλια (ένα Beretta και ένα περίστροφο Glisenti), μία καραμπίνα και τέσσερα κυνηγετικά τυφέκια. Ιταλικά δημοσιεύματα κάνουν λόγο για περισσότερα πρόσωπα υπό διερεύνηση στον άξονα Πιεμόντε–Λομβαρδία–Φρίουλι, χωρίς όλα να έχουν κατονομαστεί επισήμως· σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας Il Giorno, μεταξύ αυτών είναι ένας Βορειο-ιταλός βιομήχανος της ναυπηγικής και ένας πρώην υποψήφιος «foreign fighter» από το Πιεμόντε. Σε αναφορά της SISMI που επικαλείται ο Γκαβατσένι, μνημονεύεται και ένας ιδιοκτήτης ιδιωτικής κλινικής αισθητικής χειρουργικής στο Μιλάνο.
Πώς λειτουργούσε, σύμφωνα με τις πηγές
Με βάση την έρευνα του Γκαβατσένι, το ντοκιμαντέρ του Σλοβένου σκηνοθέτη Μίραν Ζούπανιτς Sarajevo Safari (2022), και τις καταθέσεις του πρώην αξιωματικού της βοσνιακής στρατιωτικής αντικατασκοπείας Εντίν Σουμπάσιτς, η περιγραφόμενη επιχείρηση ακολουθούσε σταθερό μοτίβο.
Παρασκευή απόγευμα, σύμφωνα με τις φερόμενες μαρτυρίες, οι ταξιδιώτες συγκεντρώνονταν στην Τεργέστη ή ξεκινούσαν από τη Λομβαρδία και το Πιεμόντε. Η πτήση πραγματοποιούνταν με τσάρτερ της σερβικής εταιρείας Aviogenex προς το Βελιγράδι. Από εκεί, η μεταφορά γινόταν με ελικόπτερο του Γιουγκοσλαβικού Στρατού — ή οδικώς — προς τις Πάλε, την de facto πρωτεύουσα της Δημοκρατίας Σέρπσκα. Η τελική στάση ήταν οι σερβικές θέσεις στη συνοικία Γκρμπάβιτσα, στο Εβραϊκό Νεκροταφείο της πόλης, ή στη Βόγκοστσα — όλες σημεία με άμεση οπτική επαφή στο πολιορκημένο κέντρο του Σαράγεβο. Η συγκεκριμένη επιχειρησιακή διαδρομή δεν έχει επιβεβαιωθεί δικαστικά και αποδίδεται στο περιεχόμενο της μήνυσης και των μαρτυριών που τη συνοδεύουν.
Οι «τουρίστες» επέστρεφαν την Κυριακή. Το κόστος, σύμφωνα με τη μήνυση, ανερχόταν σε ποσά που σε σημερινές τιμές κυμαίνονται από 80.000 έως 100.000 ευρώ ανά διήμερο. «Η αξία ενός τριάρι διαμερίσματος στο κέντρο του Μιλάνου», όπως το διατύπωσε ο Γκαβατσένι σε συνέντευξή του.
Το πιο φρικιαστικό στοιχείο των ισχυρισμών αφορά έναν φερόμενο τιμοκατάλογο ανά κατηγορία στόχου — δημοσιογραφικά εκρηκτικό, αλλά αποδεικτικά από τα πιο αδύναμα σημεία της υπόθεσης. Σε εκδοχή που στηρίζεται σε έγγραφα του Νετζάντ Ούγκλιεν — πρώην υποδιευθυντή της βοσνιακής υπηρεσίας πληροφοριών AID που δολοφονήθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες το 1996 — αναφέρονται 80.000 μάρκα για μεσήλικες άνδρες, 95.000 για νεαρές γυναίκες και 110.000 για εγκύους, οι οποίες θα ήταν οι «ακριβότεροι» στόχοι. Ο ίδιος ο Κροάτης δημοσιογράφος Ντομαγκόι Μαργκέτιτς, που τα αναπαράγει, παραδέχεται ότι τα συγκεκριμένα αρχεία «εξαφανίστηκαν» μετά τη δολοφονία του Ούγκλιεν. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν ισχυρισμό μη δικαστικά επιβεβαιωμένο, που στηρίζεται σε υλικό μη δημοσιοποιημένο στην πληρότητά του.
Η αλυσίδα ισχυρισμών και ενδείξεων δεν ξεκινά το 2025
Παρά την εντύπωση που δίνεται από ορισμένες ξένες κάλυψεις, οι ισχυρισμοί για «τουρίστες σκοπευτές» στο Σαράγεβο δεν είναι νέοι. Η ιταλική Corriere della Sera αναφερόταν ήδη το 1992 σε πιθανότητα συμμετοχής Ιταλών ακροδεξιών εξτρεμιστών σε «σαββατοκύριακα στο μέτωπο», και επανήλθε με εκτενές ρεπορτάζ τον Μάρτιο του 1995 με τίτλο «Διακοπές στη Βοσνία για να πολεμήσουν». Παρόμοιες περιγραφές «τουριστών πολέμου» που έφταναν στην πόλη με ιδιωτικές πτήσεις από μικρά ευρωπαϊκά αεροδρόμια, εξοπλισμένοι για σαββατοκυριακάτικο cecchinaggio, εμφανίζονται σε ιταλικές αναφορές της εποχής και σε υλικό ανεξάρτητων πρωτοβουλιών για τα εγκλήματα πολέμου, μεταξύ των οποίων το Tribunale Permanente dei Popoli, το οποίο αφιέρωσε δύο συνεδρίες στη βοσνιακή σύγκρουση.
Η πιο ισχυρή ανεξάρτητη μαρτυρία προέρχεται από έναν Αμερικανό. Ο Τζον Τζόρνταν, πρώην πεζοναύτης που υπηρέτησε ως εθελοντής πυροσβέστης στο πολιορκημένο Σαράγεβο, κατέθεσε ενόρκως στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) τόσο στη δίκη του στρατηγού Ντράγκομιρ Μίλοσεβιτς το 2007 όσο και σε εκείνη του Ράτκο Μλάντιτς το 2012. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, σε αρκετές περιπτώσεις είδε άτομα στις θέσεις του VRS που «δεν έμοιαζαν ντόπιοι» — από την έλλειψη γνώσης του εδάφους, την ένδυση που ανάμειγνυε στρατιωτικά και πολιτικά στοιχεία, και τα όπλα που έφεραν: «κυνηγετικά τυφέκια ικανά να σκοτώσουν αγριογούρουνο στο Μέλαν Δάσος, όχι όπλα μάχης για αστικό περιβάλλον στα Βαλκάνια». Ο ίδιος ο Τζόρνταν τραυματίστηκε σοβαρά τον Νοέμβριο του 1994 από βόλι σερβικού σκοπευτή.
Στην ίδια κατάθεση, ο Τζόρνταν περιέγραψε ένα ανησυχητικό μοτίβο στόχευσης: σε οικογένειες που διέσχιζαν τους δρόμους, οι σκοπευτές «πολύ συχνά πυροβολούσαν πρώτα τον νεότερο»· σε ομάδες, στόχευαν συχνά την «πιο ελκυστική γυναίκα». Δεν είδε ποτέ ξένο να πυροβολεί ο ίδιος, αλλά παρατήρησε αυτές τις παρουσίες πάνω από μία φορά.
Επιπλέον, υπάρχει κινηματογραφικό ντοκουμέντο. Στο ντοκιμαντέρ Serbian Epics (BBC, 1992) του Πολωνού σκηνοθέτη Πάβελ Πάβλικοφσκι, ο Ρώσος εθνικιστής συγγραφέας Έντουαρντ Λιμόνοφ — φιλοξενούμενος του Ράντοβαν Κάρατζιτς — εμφανίζεται να εκτοξεύει σειρά βολών με πολυβόλο Browning προς το πολιορκημένο Σαράγεβο. Ο Κάρατζιτς είχε αναφέρει αργότερα ότι ο Λιμόνοφ δεν πλήρωσε για την «εμπειρία», γεγονός που, αν αληθεύει, διαφοροποιεί την περίπτωσή του από τον φερόμενο εμπορικό μηχανισμό που ερευνά σήμερα το Μιλάνο.
Το ντοκιμαντέρ που αναζωπύρωσε την υπόθεση — και τα όριά του
Ο σύγχρονος κύκλος της υπόθεσης ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2022 με την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ Sarajevo Safari στο 5ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ AJB DOC του Σαράγεβο. Ο σκηνοθέτης Μίραν Ζούπανιτς βάσισε το έργο σε ανώνυμες μαρτυρίες πρώην αξιωματικών μυστικών υπηρεσιών — Σλοβένων και Αμερικανών — και στις δηλώσεις του Σουμπάσιτς. Σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ, οι «πελάτες» προέρχονταν από τις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Ρωσία και την Ιταλία.
Από νομικής άποψης, ωστόσο, το ντοκιμαντέρ έχει σαφή όρια: οι κύριες πηγές παραμένουν ανώνυμες και τα συγκεκριμένα ονόματα δεν αποκαλύπτονται. Ο Γκαβατσένι, εμπνευσμένος από το έργο του Ζούπανιτς, ξεκίνησε δική του ανεξάρτητη έρευνα στα 2023, εντόπισε τον Σουμπάσιτς για συστηματική αποτύπωση των λεγομένων του, και κατέληξε στη μήνυση του 2025. Το βιβλίο του I cecchini del weekend (Οι σκοπευτές του σαββατοκύριακου) κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2026 από τον εκδοτικό οίκο PaperFIRST.
Δεν συμφωνούν όλοι οι παρατηρητές. Πρώην Βρετανοί στρατιώτες που υπηρέτησαν στη βοσνιακή πρωτεύουσα δήλωσαν στο BBC ότι ποτέ δεν άκουσαν για τέτοιο φαινόμενο, χαρακτηρίζοντάς το «αστικό μύθο» και υποστηρίζοντας ότι «θα ήταν λογιστικά εξαιρετικά δύσκολο» δεδομένων των πολλαπλών σημείων ελέγχου. Η αντίθετη αυτή μαρτυρία, αν δεν αναιρεί τους ισχυρισμούς, υποδεικνύει ότι το φαινόμενο — εφόσον υπήρξε — ήταν πιθανότατα μικρής κλίμακας και αυστηρά συγκαλυμμένο.
Η σκιά του Άλεξάνταρ Βούτσιτς
Η υπόθεση απέκτησε επικίνδυνη γεωπολιτική διάσταση στις 19 Νοεμβρίου 2025, όταν ο Κροάτης ερευνητικός δημοσιογράφος Ντομαγκόι Μαργκέτιτς κατέθεσε στην εισαγγελία Μιλάνου ξεχωριστή μήνυση κατά του Σέρβου προέδρου Άλεξάνταρ Βούτσιτς, ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος ήταν παρών, ως νεαρός εθελοντής, στις σερβικές θέσεις του Εβραϊκού Νεκροταφείου της Γκρμπάβιτσα.
Η μήνυση του Μαργκέτιτς στηρίζεται σε τρία στοιχεία: μια συνέντευξη του ίδιου του Βούτσιτς στο βελιγραδινό περιοδικό Duga το 1994, όπου ο μετέπειτα πρόεδρος επιβεβαίωνε την εθελοντική του παρουσία στο μέτωπο· κατάθεση του Βόισλαβ Σέσελι στο ICTY το 2013, στη δίκη Κάρατζιτς, όπου ο Σέρβος εθνικιστής ηγέτης ανέφερε ότι «ο γενικός γραμματέας μας Άλεξάνταρ Βούτσιτς, πριν ενταχθεί στο κόμμα, ήταν εθελοντής με τον Σλάβκο Άλεξιτς στο Εβραϊκό Νεκροταφείο»· και προηγούμενες δηλώσεις του Βόσνιου υπουργού Άμυνας Ζούκαν Χέλεζ τον Δεκέμβριο του 2024 ότι τρεις πρώην στρατιώτες του VRS του είχαν περιγράψει την παρουσία του Βούτσιτς στις θέσεις σκοπευτών.
Ο Βούτσιτς απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς στις 21 Νοεμβρίου 2025, σε επιχειρηματικό συνέδριο Ηνωμένου Βασιλείου-Δυτικών Βαλκανίων στο Βελιγράδι: «Δεν έχω ποτέ σκοτώσει ή τραυματίσει κανέναν», δήλωσε, προσθέτοντας πως «δεν είχα ποτέ τυφέκιο σκοπευτή στα χέρια μου». Υποστήριξε ότι το αντικείμενο που εμφανίζεται σε φωτογραφίες της εποχής δεν ήταν όπλο αλλά «τρίποδας κάμερας». Σε δηλώσεις της εκπροσώπου του Σουζάνα Βασίλιεβιτς προς τους βρετανικούς Times και Telegraph, η ομάδα του διευκρίνισε ότι ο πρόεδρος βρισκόταν στις Πάλε αποκλειστικά ως τηλεοπτικός δημοσιογράφος και διερμηνέας, «χωρίς οποιαδήποτε επαφή με στρατιωτικές δομές ή επιχειρησιακές δραστηριότητες». Το σερβικό υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε τις κατηγορίες «παραπληροφόρηση που στοχεύει να βλάψει τη φήμη της Δημοκρατίας της Σερβίας».
Κρίσιμη παρατήρηση: ο ίδιος ο δικηγόρος του μηνυτή Γκαβατσένι, Νικόλα Μπρίτζιντα, διευκρίνισε στο πρακτορείο Eunews ότι «στα δικά μας έγγραφα δεν υπάρχουν στοιχεία που να αφορούν τον Σέρβο πρόεδρο». Με άλλα λόγια, η μήνυση Μαργκέτιτς είναι αυτοτελής δικαστική ενέργεια ενός τρίτου, νομικά διακριτή από την κύρια έρευνα της Procura. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία δικαστική διαπίστωση εμπλοκής του Άλεξάνταρ Βούτσιτς στην υπόθεση «Sarajevo Safari».
Τι λέει η Βοσνία — και τι δεν κάνει
Η αρχική εθνική μήνυση είχε κατατεθεί ήδη τον Νοέμβριο του 2022 από την τότε δήμαρχο του Σαράγεβο Μπενιαμίνα Κάριτς. Παρά την ανάθεση σε εισαγγελέα του Ειδικού Τμήματος Εγκλημάτων Πολέμου της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, τρία χρόνια αργότερα η βοσνιακή διαδικασία εμφανίζεται βραδεία και χωρίς δημόσια γνωστή εισαγγελική απόφαση, ενώ η ιταλική έρευνα δείχνει να κινείται ταχύτερα.
Η αδράνεια αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Βοσνίας. Ο Τζεμίλ Χότζιτς, ιδρυτής της πρωτοβουλίας Sniper Alley Photo και αδελφός θύματος της πολιορκίας, δήλωσε ότι το νέο επεισόδιο «είναι γνωστό γεγονός που δεν σημαίνει τίποτα» όσο οι «κανονικοί» σκοπευτές παραμένουν ελεύθεροι. Η Γιοβάνα Κολάριτς, του Ιδρύματος Ανθρωπιστικού Δικαίου του Βελιγραδίου, σημείωσε ότι «δεκάδες κανονικοί σκοπευτές κυκλοφορούν ελεύθεροι στη Σερβία» και ότι, αν το Βελιγράδι ήθελε πραγματικά να αναζητήσει την αλήθεια, «θα ξεκινούσε καθαρίζοντας τη δική του αυλή».
Στη Δημοκρατία Σέρπσκα, η αντίδραση ήταν προβλέψιμα μετωπική. Ο πρόεδρος Μίλοραντ Ντόντικ απέρριψε τις καταγγελίες ως «αντι-σερβική προπαγάνδα», ενώ ο δήμαρχος του Ανατολικού Σαράγεβο, Λιουμπίσα Τσόσιτς, υπέβαλε ποινική μήνυση κατά του ίδιου του σκηνοθέτη Ζούπανιτς.
Το νομικό υπόβαθρο: ICTY και πολιορκία
Η σοβαρότητα των ισχυρισμών δεν μπορεί να αξιολογηθεί χωρίς το ευρύτερο νομικό πλαίσιο. Η πολιορκία του Σαράγεβο διήρκεσε 1.425 ημέρες, από τις 5 Απριλίου 1992 έως τις 29 Φεβρουαρίου 1996. Σύμφωνα με τη δημογραφική μελέτη της εισαγγελίας του ICTY, οι επιβεβαιωμένοι νεκροί ανέρχονται σε τουλάχιστον 9.502 ταυτοποιημένα άτομα — εκ των οποίων περίπου 4.954 άμαχοι. Ευρύτερες εκτιμήσεις από βοσνιακούς θεσμούς ανεβάζουν τον αριθμό στους πάνω από 11.500 αμάχους, μεταξύ των οποίων 1.601 παιδιά.
Δύο διοικητές της πολιορκίας έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα από το ICTY ειδικά για τη συστηματική στόχευση αμάχων με σκοπευτικά όπλα. Ο Στανίσλαβ Γκάλιτς, διοικητής του Σώματος Σαράγεβο-Ρομάνιγια, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη μετά από αναβάθμιση της ποινής του από το Εφετείο τον Νοέμβριο του 2006 — ήταν η πρώτη ισόβια κάθειρξη που επέβαλε ποτέ το Εφετείο του δικαστηρίου. Ο διάδοχός του, Ντράγκομιρ Μίλοσεβιτς, εξέτισε αρχικά 33 χρόνια κάθειρξης που μειώθηκαν σε 29 από το Εφετείο. Οι Ράντοβαν Κάρατζιτς και Ράτκο Μλάντιτς εκτίουν ισόβια.
Το σκεπτικό του ICTY στις δύο πρώτες υποθέσεις τεκμηριώνει ότι η σερβική εκστρατεία σκοπευτικού πυρός κατά αμάχων ήταν «συστηματική και εκτεταμένη» και είχε ως «κύριο σκοπό τη διάδοση τρόμου» — διαπίστωση που λειτουργεί ως νομικό υπόβαθρο για την έρευνα του Μιλάνου, εφόσον αποδεικνύει ότι οι θέσεις στις οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, βρίσκονταν οι «τουρίστες» αποτελούσαν τμήμα μιας ήδη δικαστικά κατακυρωμένης εγκληματικής επιχείρησης.
Πέρα από την Ιταλία
Η υπόθεση έχει ήδη κινητοποιήσει διπλωματικά πολλές πρωτεύουσες. Στο Βέλγιο, η βουλευτής Λεϊλά Ατζίκ ζήτησε από την Ομοσπονδιακή Εισαγγελία να ερευνήσει πιθανή συμμετοχή Βέλγων πολιτών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρεπουμπλικάνα βουλευτής Άννα Πολίνα Λούνα ανακοίνωσε ότι έχει ξεκινήσει επαφές με βοσνιακές και ιταλικές αρχές: «Αν υπάρχουν Αμερικανοί που εμπλέκονται, αξίζει να κατηγορηθούν και να διωχθούν». Στην Ελβετία, το ομοσπονδιακό εισαγγελείο δεν έχει ακόμη ανοίξει ανεξάρτητη έρευνα, παρά τις αναφορές μέσων ενημέρωσης για πιθανή ελβετική παρουσία. Στην ίδια την Ιταλία, το αντιπολιτευόμενο Κίνημα Πέντε Αστέρων κατέθεσε κοινοβουλευτική ερώτηση στην κυβέρνηση Μελόνι ζητώντας την άρση απορρήτου των εγγράφων της SISMI.
Τι ξέρουμε, τι δεν ξέρουμε
Με την έρευνα ακόμη σε προδικαστικό στάδιο, η σοβαρή δημοσιογραφική αξιολόγηση επιβάλλει σαφή διάκριση μεταξύ του τεκμηριωμένου, του ευλόγως υποστηριζόμενου και του ανεπιβεβαίωτου.
Επαρκώς τεκμηριωμένα μπορούν να θεωρηθούν: η ύπαρξη συστηματικής στόχευσης αμάχων από σκοπευτές του VRS, η οποία αποτελεί δεδικασμένο του ICTY· η παρουσία τουλάχιστον ορισμένων αλλοδαπών σε σερβικές θέσεις, σύμφωνα με την ένορκη μαρτυρία του Τζον Τζόρνταν· και η κινηματογραφημένη βολή του Έντουαρντ Λιμόνοφ. Ευλόγως υποστηριζόμενα — αλλά ακόμη υπό δικαστική διερεύνηση — είναι: η ύπαρξη οργανωμένου εμπορικού μηχανισμού «τουριστικού» χαρακτήρα, η συμμετοχή Ιταλών πολιτών, και η συγκεκριμένη συμβολή της SISMI σε ενημέρωση των ιταλικών αρχών εδώ και δεκαετίες.
Αναπόδεικτα ή υπό αμφισβήτηση παραμένουν: ο ακριβής τιμοκατάλογος ανά κατηγορία θύματος, ο συνολικός αριθμός των «τουριστών» (ο Γκαβατσένι αναφέρει αόριστα από «δεκάδες» έως «εκατοντάδες»), και η ταυτότητα οποιουδήποτε άλλου υπόπτου πέραν του Βενιαντούτσο.
Ο χρόνος ως αντίπαλος
Το κρίσιμο εμπόδιο είναι ο χρόνος. Τριάντα χρόνια μετά τα γεγονότα, οι περισσότεροι φερόμενοι ως ύποπτοι βρίσκονται στη δεκαετία των εβδομήντα ή ογδόντα. Πιθανοί μάρτυρες έχουν ήδη πεθάνει — ο Νετζάντ Ούγκλιεν, που φέρεται να διέθετε κρίσιμα έγγραφα, δολοφονήθηκε το 1996. Έγγραφα έχουν εξαφανιστεί ή καταστραφεί. Η σύνδεση συγκεκριμένου σκοπευτή με συγκεκριμένο θύμα — κρίσιμη για την αποδεικτική θεμελίωση — είναι σχεδόν αδύνατη.
Ωστόσο, για τις οικογένειες των θυμάτων, το ζήτημα δεν είναι μόνο νομικό. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί κάποιος να σκοτώσει ένα παιδί για διασκέδαση. Τι κακό μπορούσε να έχει κάνει ένα εξάχρονο παιδί σε οποιονδήποτε;», δήλωσε στο πρακτορείο Anadolu η Φατίμα Πόποβατς, της οποίας ο εξάχρονος γιος Άντναν σκοτώθηκε από βόλι σερβικού σκοπευτή. Η ίδια επιμένει ότι τόσο εκείνοι που τράβηξαν τη σκανδάλη όσο και εκείνοι που το επέτρεψαν πρέπει να λογοδοτήσουν.
Η εισαγγελία του Μιλάνου έχει ζητήσει επίσημα στρατιωτικά αρχεία τόσο της Βοσνίας όσο και της Ιταλίας. Αναμένονται περαιτέρω ανακρίσεις τους επόμενους μήνες. Τυχόν παραπομπή σε δίκη ή απαλλακτικό βούλευμα θα κρίνει αν μία από τις σκοτεινότερες αφηγήσεις του πολέμου της Βοσνίας θα αποκτήσει επιτέλους δικαστική ταυτότητα, ή αν θα παραμείνει — όπως υποστηρίζουν οι σκεπτικιστές — ένα ιστορικό αίνιγμα χωρίς οριστική απάντηση.
Στην προ τριών δεκαετιών Γκρμπάβιτσα, ο άνεμος εξακολουθεί να σαρώνει τους ίδιους λόφους. Αλλά η σιωπή τους, ίσως για πρώτη φορά, αρχίζει να σπάει.
Πηγές: Procura di Milano· International Criminal Tribunal for the former Yugoslavia (ICTY)· La Repubblica, Corriere della Sera, Il Sole 24 Ore, Il Giorno (Ιταλία)· The Guardian, BBC, The Telegraph (Ηνωμένο Βασίλειο)· Al Jazeera· Le Monde, Libération (Γαλλία)· Der Spiegel, 20 Minuten (Γερμανόφωνα)· Klix.ba, N1 BiH, Oslobođenje (Βοσνία-Ερζεγοβίνη)· Politika, Danas, B92 (Σερβία)· Index.hr (Κροατία)· Lenta.ru, Novaya Gazeta (Ρωσία)· RFE/RL· Anadolu Agency· UPI· Ezio Gavazzeni, “I cecchini del weekend” (PaperFIRST, 2026)· Miran Zupanič, “Sarajevo Safari” (ντοκιμαντέρ, 2022).